Πολιτική

Γιάννης Παππάς, Υφυπουργός Ναυτιλίας: «Νησιωτικό win-win ανάπτυξης»

Άρθρο του Γιάννη Παππά στην political

Ένας από τους βασικότερους κανόνες σε μία συζήτηση ή παντός είδους διαπραγμάτευση, είναι, η έκβασή της, να είναι αμοιβαία επωφελής. Έχει γίνει γνωστή ως κατάσταση win-win.

Στην περίπτωση της Ελλάδας με την Τουρκία, η επίσκεψη του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και η υπογραφή της Διακήρυξης Φιλίας και Καλής Γειτονίας με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, περιλαμβάνει ένα σκέλος, το οποίο, μπορεί να ωφελήσει πολλαπλώς την Ελλάδα. Αφορά στη χορήγηση επταήμερης βίζας – εξπρές σε Τούρκους, που θέλουν να επισκεφτούν για διακοπές δέκα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.

Ουσιαστικά, πρόκειται για εξαίρεση στους όρους των χωρών, που βρίσκονται εκτός Σένγκεν, την οποία ενέκρινε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Βάση αυτής, οι Τούρκοι που θέλουν να επισκεφτούν τα νησιά, Ρόδο, Κω, Κάλυμνο, Λέρο, Σύμη, Καστελλόριζο, Λήμνο, Λέσβο, Χίο και Σάμο,  θα λαμβάνουν κατά την άφιξή τους σε αυτά, βίζα επτά ημερών, χρονικής διάρκειας ενός έτους.

Γιατί όμως, είναι win-win για τα νησιά μας; Οι Τούρκοι τουρίστες που έχουν επισκεφτεί τη χώρα μας φέτος,  μέσω μεθοριακών σταθμών, φτάνουν το ένα εκατομμύριο, ενώ υπολογίζεται ότι άλλες 100.000 περίπου φτάνουν με αεροπλάνα. Όπως μάλιστα προκύπτει από στοιχεία του Ινστιτούτου Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, οι τουρίστες από τη γειτονική μας χώρα, δεν έχουν εποχικά χαρακτηριστικά – κάτι που – ισοδυναμεί με τουριστική κίνηση, καθόλη τη διάρκεια του έτους.

Η συμφωνία αυτή, που έγινε δεκτή με θετικά σχόλια από φορείς των νησιών μας, δημιουργεί τη δυνατότητα εισροής επιπλέον κεφαλαίων για τη νησιωτική Ελλάδα, με τα κεφάλαια να προέρχονται από το εξωτερικό. Την ίδια ώρα, θεμελιώνει στην κοινή αντίληψη, ότι, «τα ελληνικά νησιά αποτελούν γέφυρα επικοινωνίας και φιλίας μεταξύ των δύο χωρών», όπως ανέφερε και ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Εδώ και ενάμιση σχεδόν αιώνα ελοχεύει, ένα μύθευμα που δρα σαν λαιμητόμος, σε κάθε προσπάθεια ανόρθωσης και ενδυνάμωσης της γεωπολιτικής ισχύος της χώρας μας.

Το μύθευμα αυτό,  βασίζεται στην ρεαλιστική προσέγγιση, πως, η Ελλάδα, από τη μια θα πρέπει να είναι σοβαρή και μετρημένη, αλλά από την άλλη, να μην ζητάει πολλά.

Η Ελλάδα του 21ου αιώνα και σοβαρή είναι και ζητάει αυτά που της αναλογούν, ως ένα ισχυρό ευρωπαϊκό κράτος που ανήκει στον δυτικό κόσμο,   το οποίο καθορίζει και δομεί την εξωτερική πολιτική του, θέτοντας όρια και κόκκινες γραμμές. Αποφασίζει και δρα στο πλαίσιο που ορίζει το Διεθνές Δίκαιο και οι διεθνείς συνθήκες. Όλα αυτά, υπό το πρίσμα της καλής γειτονίας  μεταξύ των κρατών,  που μέσω του διαλόγου, προσπαθεί να «πάρει» όλα, όσα,  αντανακλούν σε αυτό, που ονομάζουμε εθνικό συμφέρον.

Όσον αφορά στην Διακήρυξη των Αθηνών, περί σχέσεων φιλίας και καλής γειτονίας,  πρέπει να ξεκαθαρίσουμε δυο πράγματα. Πρώτον,  ότι η συμφωνία δεν είναι δεσμευτική για τα δυο κράτη και δεύτερον, πως η σύναψη της εν λόγω διακήρυξης, δεν εργαλειοποιεί την Ελλάδα ως ένα υποχείριο της Τουρκίας.

Μέσω της δημιουργίας εξπρές βίζας,  καταφέρνει να προσελκύσει σε πολύ πιο γρήγορο χρονικό διάστημα τουρίστες από την γείτονα χώρα. Η εξπρές βίζα, πέρα από την πολιτική,  έχει και οικονομική σκοπιμότητα, αυτή, της είσπραξης  των εσόδων και της περαιτέρω ανάπτυξης  της νησιωτικής οικονομίας,  πέρα από τα όρια της τουριστικής σεζόν.