Ο 20χρονος ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησε το θύμα εκείνο το βράδυ.

Αντιμετωπίζοντας ένα σκληρό κατηγορητήριο πατέρας και γιος προσπάθησαν από την αρχή να υποστηρίξουν ότι βρίσκονταν σε «νόμιμη άμυνα» τη στιγμή της δολοφονίας του άτυχου εργολάβου στο ξενοδοχείο τους στη Ρόδο. Ο πατέρας  περιέγραψε καρέ καρέ τι έγινε το μοιραίο βράδυ της 28ης Αυγούστου στο Φαληράκι. Ζήτησε συγνώμη από το γιο του που τον έμπλεξε σε όλο αυτό όπως είπε.

Ο 20χρονος ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησε το θύμα εκείνο το βράδυ. Σύμφωνα με την κατάθεσή του που σας αποκαλύπτει το Newpost ισχυρίστηκε :

«Εκεί που εργαζόμουν στο μπαρ του μαγαζιού περίπου στις 22 :30 ήρθε από εκεί ο 46χρονος με το αυτοκίνητό του ένα μπλε τζιπ, πατούσε κόρνες ,έπαιζε τα φώτα και έψαχνε τον πατέρα μου, εγώ φοβήθηκα και του είπα ότι δεν ήταν εκεί και έφυγε. Μετά από είκοσι λεπτά επέστρεψε, πάρκαρε το αυτοκίνητό του και ήρθε στο μπαρ. Εκείνο το βράδυ ήταν πολύ μεθυσμένος και έβριζε τον πατέρα μου.

Εγώ πήρα τον πατέρα μου τηλέφωνο και του είπα ότι τον ψάχνει και είναι μεθυσμένος και κατά τις έντεκα και κάτι ήρθε στο μαγαζί. Στο μαγαζί δεν ήταν κανένας άλλος. Μόλις ήρθε ο πατέρας μου κάθισαν σε ένα τραπέζι και άρχισαν να μιλάνε και στη συνέχεια τους άκουσα να βρίζονται αλλά δεν καταλάβαινα για ποιο λόγο. Μετά από λίγα λεπτά η κατάσταση ξέφυγε και άρχισαν να πλακώνονται στο ξύλο. Βγήκα από το μπαρ πήγα να τους χωρίσω αλλά δεν μπορούσα καθώς ήταν πάνω από εκατό κιλά ο καθένας τους.»

«Με χτύπησε στα πλευρά με μπουνιά»

Σύμφωνα με την προανακριτική του κατάθεση ο 20χρονος ισχυρίζεται ότι εκείνη τη στιγμή και στην προσπάθεια να τους χωρίσει το θύμα τον χτύπησε:

«Με χτύπησε με μπουνιά στα πλευρά. Μετά εγώ φοβήθηκα και τους άφησα και πήγα λίγο παραπέρα στα δωμάτια που βρίσκονται δίπλα στο πάρκινγκ. Για λίγο σταμάτησαν να μαλώνουν και άρχισαν να περπατάνε προς τα έξω από το κτίριο προς το πάρκινγκ. Εκεί άρχισαν να πλακώνονται πάλι με μπουνιές πήγα πάλι να τους χωρίσω και έλεγα στον πατέρα μου να αφήσει τον 46χρονο να μην ασχοληθεί άλλο μαζί του και εκείνη τη στιγμή ο εργολάβος με χτύπησε με μπουνιά στους ώμους. Ο πατέρας μου δεν με άκουσε εγώ φοβήθηκα και πήγα λίγο πιο πίσω ενώ αυτοί συνέχιζαν να πλακώνονται μετά το πάρκινγκ, βγαίνοντας δεξιά πάνω στο δρόμο δίπλα σε ένα ερειπωμένο κτίριο. Πήγα προς τα εκεί να δω τι γίνεται γιατί άκουσα φωνές .»

«Μου είπε να παρατήσω το αμάξι .»

Ο γιος περιγράφει τι είδε τη στιγμή που πλησίασε τους δύο άντρες:

«Είδα τον 46χρονο κάτω στο δρόμο δεμένο με ένα σκούρο σχοινί περασμένο στους ώμους και το λαιμό του δεν μπορούσα όμως να δω καλά γιατί είχε σκοτάδι και τον πατέρα μου λίγο πιο δίπλα. Μετά από αυτό εγώ γύρισα πίσω στο μαγαζί χωρίς να πω κάτι στον πατέρα μου .»

Ο νεαρός ισχυρίστηκε ότι μετά από λίγο πήγε βόλτα με τους φίλους του ενώ ο πατέρας του δεν του είπε κάτι ούτε είδε τι έκανε μετά. Μία ώρα αργότερα τον πήρε τηλέφωνο και του είπε να επιστρέψει στο μαγαζί χωρίς να του λέει τι ακριβώς τον ήθελε .

«Μου είπε να πάρω το αμάξι του 46χρονου και να πάω να το παρατήσω έξω από τις Καλυθιές. Πήρα το αμάξι και ο πατέρας μου ήταν από πίσω με το δικό του σε απόσταση 50-100 μέτρα. Το παράτησα και βγήκα στον κεντρικό δρόμο όπου πέρασε ο πατέρας μου και με πήρε. Αυτό έγινε γύρω στις 2 τα ξημερώματα. Το αυτοκίνητο το άφησα σε έναν χωματόδρομο  με τα κλειδιά πάνω  και τα παράθυρα κλειστά.»

«Έλα πάμε να τελειώνουμε ..»

Πατέρας και γιος επιστρέφουν πίσω και επιχειρούν να «εξαφανίσουν» τη σορό.

«Σε όλη τη διαδρομή δεν μιλούσαμε εγώ ήμουν θολωμένος και δεν θυμάμαι τη διαδρομή  που γυρίσαμε. Μόλις επιστρέψαμε ο πατέρας μου, μου λέει, έλα πάμε να τελειώνουμε και μου ζήτησε να σηκώσουμε τον 46χρονο από το σημείο δίπλα από το εγκαταλελειμμένο κτίριο όπου τον είχε αφήσει  και να τον βάλουμε στο αγροτικό και εγώ το έκανα. Τον είχαμε καλύψει με ένα λευκό ύφασμα. Ο πατέρας μου οδηγούσε το αγροτικό και εγώ ήμουν συνοδηγός. Οδηγούσε προς Ψίνθο σε ερημικό μέρος σε χωματόδρομο που δεν το γνώριζα. Στη διαδρομή ο πατέρας μου μου είπε να κατέβω από το αμάξι και αυτός συνέχισε 100 μέτρα παρακάτω με το αυτοκίνητο και εγώ τον πλησίασα και είδα να έχει σκεπάσει με πέτρες και χώμα τον εργολάβο ενώ το πανί που τον είχε σκεπασμένο το είχε στο αγροτικό.

Ο 20χρονος αναφέρει στην κατάθεσή του ότι γνώριζε ότι ο πατέρας του χρωστούσε στο θύμα 140.000 ευρώ εδώ και οχτώ χρόνια αλλά όπως λέει τα είχε αποπληρώσει .

«Ζητάω συγνώμη για ότι έγινε. Είχα θολώσει από αυτό που συνέβη εκείνη την ημέρα δεν ήξερα τι να κάνω απλά άκουγα και έκανα ότι μου έλεγε ο πατέρας μου» κατέληξε ο γιος. Από το απόγευμα του Σαββάτου πήραν το δρόμο για τη φυλακή καθώς κρίθηκαν προσωρινά κρατούμενοι κατηγορούμενοι για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συναυτουργία.

Πηγή   newpost.gr  της Τασούλας Παπανικολάου